Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ανταγωνιστικότητα: Μύθοι και πραγματικότητα


Οι συνεχείς πιέσεις για μειώσεις στους κατώτατους μισθούς του ιδιωτικού τομέα, στο όνομα της (δήθεν και θα το εξηγήσουμε) αύξησης της ανταγωνιστικότητας και της εξισορρόπησης των δημοσιονομικών μεγεθών, έχει αποκτήσει ψυχασθενικές διαστάσεις.

Καταρχήν να ξεκινήσουμε από το δεύτερο, δηλαδή από την εξισορρόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών σε συνάρτηση των συνεχών μειώσεων των μισθών. Αυτοί που θα ανακαλύψουν την μέθοδο κατά την οποία «όσα λιγότερα λαμβάνεις τόσα περισσότερα θα μπορείς να αποπληρώνεις» , σίγουρα θα έχουν εσαεί εξασφαλισμένο το Νόμπελ Οικονομίας.

Προς το παρόν όμως ένα άλλο Νόμπελ είναι «καπαρωμένο» την τελευταία διετία. Το Νόμπελ Ανοησίας, το οποίο έχει απονεμηθεί δικαίως στην τρόικα και τους εγχώριους συμβουλάτορες της.

Η θεωρία τους ότι οι συνεχείς μειώσεις μισθών υποβοηθούν την εξισορρόπηση των δημοσιονομικών μεγεθών είναι μια ουτοπία και αυτό αποδεικνύεται καθημερινά σε όλα τα αριθμητικά δεδομένα των επιταχυνόμενων καταβαραθρωμένων δημοσιονομικών μεγεθών και τα αντίστοιχα της καταρρέουσας ελληνικής οικονομίας γενικότερα.

Δεν νομίζω λοιπόν ότι θα πρέπει να ασχοληθούμε περισσότερο μ’ αυτή τη συνάρτηση, καθώς υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να χρειαστούμε και εμείς επίσκεψη στον ψυχίατρο.

Όσο αφορά τώρα την πρώτη συνάρτηση, αυτή της ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τους χαμηλούς μισθούς, θα πρέπει να ξεκινούμε την οποιαδήποτε οικονομική αναζήτηση – έρευνα με κανόνες και βάσεις της λογικής.
Αν, λοιπόν, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας οφειλόταν στους μισθούς, ανάλογο πρόβλημα θα αντιμετώπιζαν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες με σχεδόν διπλάσιους μισθούς απ’ ότι στην Ελλάδα, οι οποίες ΟΜΩΣ ….είναι συνήθως χώρες ανταγωνιστικές (Ολλανδία, Γερμανία κλπ) !!!

Αντίθετα χώρες της Ε.Ε. όπως η Πορτογαλία, με μικρότερους μισθούς σε σχέση με τους δικούς μας, δεν έχουν καλύτερες επιδόσεις στην οικονομία της και μαστίζονται από παρόμοια προβλήματα με τη χώρα μας. Για να μην αναφερθούμε στην Βουλγαρία ή την Ρουμανία , όπου εκεί το αυταπόδεικτο «βγάζει μάτια» .

Βάσει λοιπόν της λογικής η συνάρτηση χαμηλού εργατικού κόστους με υψηλή ανταγωνιστικότητα είναι ουτοπία.

Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, της μείωσης δηλαδή των πραγματικών μισθών, κατά 11,5% στην Ελλάδα (μεταξύ2010-2011) κατόρθωσε, μεταξύ των άλλων, να μειώσει το μοναδιαίο κόστος εργασίας κατά την διετία 2010-2011, μόνο κατά 1,2% .

Έτσι παρά τη μείωση των αποδοχών και τη συρρίκνωση του κόστους εργασίας η Ελλάδα το 2011 σε ότι αφορά την ανταγωνιστικότητα , σύμφωνα με το World Economic Forum, έπεσε στην 90ή θέση ανάμεσα σε 142 χώρες από την 83η θέση που κατείχε το 2010 και την 71η το 2009.

Αποδεικνύεται λοιπόν όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, ότι η μείωση των μισθών στην Ελλάδα δεν οδηγεί σε ανάλογη αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας καθώς επιδρά αυξητικά μόνο κατά το 1/10 περίπου της μείωσης των μισθών.

Παράλληλα , σύμφωνα με έκθεση του ΙΝΕ, σε σύγκριση με τις 35 πλέον ανταγωνίστριες οικονομίες το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στην Ελλάδα μειώθηκε την ίδια περίοδο (2010-2011) κατά 3,7%, χωρίς παράλληλα να έχει βελτιωθεί το επίπεδο ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας , γιατί τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα είναι κυρίως διαρθρωτικά και ποιοτικά και δεν αφορούν , όπως λανθασμένα υποστηρίζεται , το κόστος εργασίας.

Ας ρίξουμε μια ματιά στα παρακάτω διαγράμματα για να το καταλάβουμε καλύτερα μέσα από την τεκμηρίωση.

Το αριστερό διάγραμμα (πηγή OECD) απεικονίζει τον δείκτη ανταγωνιστικότητας σύμφωνα με τον σχετικό δείκτη μοναδιαίου εργατικού κόστους, (έτος βάσης 2005=100) και το δεξί διάγραμμα την κατάταξη των χωρών με βάση το συνολικό δείκτη ανταγωνιστικότητας του IMD, σε επίπεδο Ε.Ε.(πηγή ΙΜD)

Ο σχετικός δείκτης μοναδιαίου εργατικού κόστους μετρά το μέσο εργατικό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος. Τι παρατηρούμε λοιπόν στο αριστερό διάγραμμα που απεικονίζει την εξέλιξη του από το 1995 έως το 2009 ;

Παρατηρούμε μια μεγάλη επιδείνωση του επιπέδου ανταγωνιστικότητας για τις Μεσογειακές χώρες (γκρι γραμμή) -όταν αυτή εκφράζεται και υπολογίζεται βάσει του μέσου εργατικού κόστους, όπως υπολογίζεται από την τρόικα και εγχώρια κρατικοδίαιτα συμφέροντα- καθώς ο δείκτης είναι σταθερά αυξανόμενος, ενώ για τις Βορειοευρωπαϊκές χώρες (μαύρη γραμμή), παρατηρείται αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους μέχρι το 2001, μείωσή της μέχρι το 2004, άλλη μια αυξομείωση μέχρι το 2009 και γενικά μια σχετικά σταθερή κατάσταση.

Για την Ελληνική οικονομία (διακεκομμένη γραμμή), παρατηρούμε μια μεγάλη αύξηση της ανταγωνιστικότητας μέχρι το 2001, ακολουθεί μια περίοδος μείωσης μέχρι το 2004, και γενικά παρατηρείται ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σταθερότητα παρόμοια με Βορειοευρωπαϊκές χώρες.

Μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι την περίοδο 2007 – 2008 παρατηρήθηκε και πάλι σημαντική αύξησή της ανταγωνιστικότητας (είπαμε, πάντα σε συνάρτηση του μοναδιαίου εργατικού κόστους).

Σκοντάφτουμε λοιπόν σε μια παραδοξότητα. Προκύπτει μια κατάρρευση του μύθου περί χαμηλής ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, όταν αυτή συναρτάται ως προς το μέσο εργατικό κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος.

Καταρρέει λοιπόν και το επιχείρημα της τρόικας. Η Ελλάδα την τελευταία δεκαετία κινείται κοντά στα επίπεδα των Βορειοευρωπαϊκών χώρων και σαφώς πολύ καλύτερα από τον Μ.Ο των υπολοίπων Μεσογειακών χωρών.

Όμως η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στην πραγματικότητα δεν συμβαδίζει με αυτήν των Βορειοευρωπαϊκών χώρων.

Γιατί; Διότι πολύ απλά η ανταγωνιστικότητα επηρεάζεται σε πολύ μικρό ποσοστό από το μοναδιαίο εργατικό κόστος.

Την ολική εικόνα της ανταγωνιστικότητας μπορούμε να δούμε στο δεξί διάγραμμα. Εκεί το διεθνές ινστιτούτο IMD (International Institute for ManagementDevelopment) με έδρα την Λωζάνη της Ελβετίας, αποτιμά την συνολική ανταγωνιστικότητα μέσα από 4 δείκτες ανταγωνιστικότητας (οικονομικής, κρατικής, επιχειρηματικής και γενικής ανταγωνιστικότητας) που συντελούν ισόποσα στη δημιουργία του συνολικού δείκτη ανταγωνιστικότητας.

Τι παρατηρούμε; Από την πρώτη ματιά παρατηρούμε ότι αυτός ο δείκτης είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα της ανταγωνιστικότητας που όλοι αντιλαμβανόμαστε στην ελεύθερη αγορά. Δηλαδή οι Βορειοευρωπαϊκές χώρες είναι άκρως ανταγωνιστικές, αφού βρίσκονται σταθερά στις πρώτες θέσεις της κατάταξης, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης(2007- 2009).

Αντιθέτως, οι Μεσογειακές χώρες βρίσκονται αρκετά χαμηλά στην κατάταξη, ενώ η Ελλάδα είναι πιο χαμηλά απ’ όλες. Παρατηρούμε μάλιστα ότι το 2007-2008 , όπου είδαμε στο προηγούμενο διάγραμμα να παρουσιάζεται μια σημαντική αύξηση της ανταγωνιστικότητας σε συνάρτηση πάντα του μοναδιαίου εργατικού κόστους, στην συνολική εικόνα της ανταγωνιστικότητας είναι το αντίστροφο.

Μια ακόμη κατάρρευση του μύθου ότι η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από το επίπεδο του εργατικού κόστους. Μια ακόμη κατάρρευση του μύθου που καλλιεργεί η τρόικα .

Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε όλοι και ειδικά αυτοί που έχουν αναλάβει να μας βγάλουν από το τούνελ , ότι η μειωμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι αποτέλεσμα μιας σειράς δομικών αδυναμιών.

Αυτές ξεκινούν από το κράτος ( γραφειοκρατία, υπέρμετρη και στρεβλή φορολόγηση, διαφθορά, μη χωροθέτηση γης, απουσία αναπτυξιακής στρατηγικής, μη επαρκείς υποδομές) και φτάνουν στην λανθασμένη φιλοσοφία του σημερινού κρατικοδίαιτου επιχειρείν στη Ελλάδα.

Κάπου μεταξύ τους βρίσκονται οι εργαζόμενοι. Με μερίδιο ευθυνών και αυτοί, το οποίο όμως είναι απειροελάχιστο ως προς το μερίδιο ευθυνών των άλλων δύο παραγόντων (ειδικά τα τελευταία 10 χρόνια όπου επικράτησε σχετική εργασιακή ειρήνη στον ιδιωτικό τομέα) .