Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Μια ανίκανη κυβέρνηση , περιμένει τις αποφάσεις των… άλλων, για την Ελλάδα


Την προσεχή Πέμπτη, στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής, εφόσον τελικά πραγματοποιηθεί, οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα επιδιώξουν να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις, οι οποίες είναι σαφές ότι δεν περιορίζονται μόνο σε ένα σχέδιο διάσωσης της Ελλάδας από το φάσμα της χρεοκοπίας, αλλά αφορούν το ίδιο το μέλλον της ευρωζώνης.

Η ελληνική κυβέρνηση, από την πλευρά της, παρότι η χώρα μας είναι η πρώτη που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα και θα έπρεπε να ενδιαφέρεται περισσότερο από όλους, παρακολουθεί τις εξελίξεις ως απλός θεατής, χωρίς να δείχνει καμία διάθεση παρέμβασης προς την κατεύθυνση της επίλυσης του προβλήματος. Είναι φανερό από όλη αυτή τη διαδικασία ότι απλώς περιμένει τις αποφάσεις των ισχυρών, ανίκανη ούσα να παρουσιάσει ένα δικό της σχέδιο για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον πρωθυπουργό, αλλά και για το νέο αντιπρόεδρό του και υπουργό των Οικονομικών, είναι ότι, ενώ δεν διαθέτουν αξιόπιστο πρόγραμμα, το οποίο θα συνέβαλε στην εξεύρεση βιώσιμης λύσης για την ανάκαμψη της οικονομίας και την έξοδο από την κρίση, αντιθέτως υποπίπτουν και σε σοβαρά λάθη, τα οποία επιδεινώνουν την κατάσταση.

Είναι χαρακτηριστική η ελαφρότητα την οποία επέδειξαν τις τελευταίες ημέρες, τόσο ο Ε. Βενιζέλος, ο οποίος προσπαθούσε να εξηγήσει ότι η «επιλεκτική χρεοκοπία» δεν είναι πραγματική χρεοκοπία, όσο και ο Γ. Παπανδρέου που μίλησε για το ενδεχόμενο «μερικής αδυναμίας πληρωμών που μπορεί να διαρκέσει από δύο εβδομάδες έως πολύ περισσότερο»

Τα σενάρια για τη Σύνοδο Κορυφής είναι πολλά. Και μπορεί ο Ελληνας πρωθυπουργός να μην έχει δική του πρόταση, είναι, όμως, βέβαιο ότι ετοιμάζεται να πανηγυρίσει για την – όποια – λύση δοθεί. Όπως είχε κάνει, άλλωστε, και τον περασμένο Μάρτιο, όπως κάνει κάθε φορά. Μόνο που οι λύσεις αυτές δεν είναι μαγικές για τη μείωση του χρέους και των ελλειμμάτων, αν δεν έχεις και δική σου αποτελεσματική πολιτική αντιμετώπισης. Προσφέρουν μικρή ανάσα μέχρι να ξαναρχίσουν όλα από την αρχή και να καταλήξουν στο γνωστό αδιέξοδο της κυβερνητικής πολιτικής.
ET